Η Αγία Κιουρά στο Παρθένι της Λέρου.

Απριλίου 21, 2016 Σχολιάστε

Η εκκλησία της Αγίας Κιουράς είναι κτισμένη σε μια υπέροχη τοποθεσία, πίσω από τον κόλπο του Παρθενίου. Ιδιαίτερα εντυπωσιακές είναι οι αγιογραφίες του ναού. Η ιδέα της αγιογράφησής της ξεκίνησε από τους Κυριάκο Τσακίρη και Αντώνη Καραγιάννη, οι οποίο ήταν πολιτικοί κρατούμενοι στο στρατόπεδο της Λέρου κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η Βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Κιουράς βρίσκεται στη θέση που υπήρχε παλιότερα παλαιοχριστιανική εκκλησία και έχει κηρυχθεί διατηρητέο ιστορικό μνημείο.

Η Αγία Κιουρά αγιογραφήθηκε στα χρόνια ’69-’70, από τον Σαλονικιό Αντώνη Καραγιάννη και τους Τάκη Τζανετέα και Κυριάκο Τσακίρη.

Διαβάστε περισσότερα…

ποτέ ξανά χούντα.

Απριλίου 21, 2016 Σχολιάστε

Το πρωί της 21ης Απρίλη 1967 οι κάτοικοι της Αθήνας αντίκρισαν ένα σκηνικό πραγματικού τρόμου. Τανκς, στρατιωτικά οχήματα και περιπολίες στρατιωτικών στους δρόμους δεν άφηναν αμφιβολία ότι η νύχτα που πέρασε είχε «γεννήσει» στη χώρα τη στρατιωτική δικτατορία. Το ραδιόφωνο από πολύ νωρίς μετέδιδε στρατιωτικά εμβατήρια και συνθήματα, ενώ από τις 6.30 π.μ. ενημέρωνε, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ότι «λόγω της εκρύθμου καταστάσεως από του μεσονυκτίου ο στρατός ανέλαβε τη διακυβέρνησιν της χώρας».

Λίγο αργότερα, θα ανακοινωθεί και Βασιλικό Διάταγμα, με το οποίο αναστέλλονταν τα άρθρα 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 18, 20, 95 και 97 του Συντάγματος περί ατομικών δικαιωμάτων, ελευθεριών κλπ. Τέλος, μεταδόθηκαν ανακοινώσεις για απαγόρευση κυκλοφορίας οχημάτων και πολιτών στους δρόμους της Αθήνας, ανάληψης χρημάτων από τις τράπεζες, για διακοπή των μαθημάτων στα σχολεία, κ.ο.κ. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία πως ολόκληρη η Ελλάδα είχε μπει στο …γύψο.

Οι πραξικοπηματίες είχαν κινηθεί βάσει σχεδίου από τις 2 π.μ. της 21ης Απρίλη. Γρήγορα κατέλαβαν το Πεντάγωνο, τα βασικά υπουργεία και υπηρεσίες, τις τηλεπικοινωνίες και τους ραδιοσταθμούς. Επίσης συνέλαβαν το νόμιμο πρωθυπουργό Π. Κανελλόπουλο, υπουργούς, πολιτικούς ηγέτες, απλούς πολίτες και, κυρίως, κομμουνιστές και αριστερούς. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μέχρι τις 30 Απρίλη είχαν συλληφθεί 8.270 άνδρες και γυναίκες, από τους οποίους οι 6.118 εκτοπίστηκαν στη Γυάρο. Σύμφωνα, όμως, με τους υπολογισμούς των πολιτικών κομμάτων και των ξένων δημοσιογράφων, οι συλλήψεις έφτασαν τις 10.000 με 12.000.

Το πραξικόπημα της 21ης Απρίλη διευθύνθηκε από μια ηγετική ομάδα 15 στρατιωτικών – κατά βάση συνταγματαρχών και αντισυνταγματαρχών – στην κορυφή της οποίας βρίσκονταν ο συνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος (ο δικτάτωρ), ο συνταγματάρχης Ν. Μακαρέζος και ο ταξίαρχος Στ. Παττακός. Ενα βασικό χαρακτηριστικό των οργανωτών του πραξικοπήματος ήταν πως όλοι τους ανήκαν ή είχαν στενές σχέσεις με την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών, την περιβόητη ΚΥΠ, η οποία επίσης ήταν συνδεδεμένη με τη CIA. Οι πραξικοπηματίες κατάφεραν να επιβληθούν εύκολα και να κρατήσουν τη διεύθυνση των πραγμάτων της χώρας για 7 ολόκληρα χρόνια.

το κειμενο το αντέγραψα απο εδω

Εκτατο! Η Αντζελινα μόνιμος κάτοικος Μυτιλήνης .

Απριλίου 1, 2016 Σχολιάστε

τα διεθνή μέσα ενημέρωσης εδώ και καιρό γράφανε για τον νέο έρωτα του Μπραντ Πητ .
Οπερ σημαίνει ότι έχει χωρίσει με την πολυτάλαντη ηθοποιό .
Από το περιβάλλον της διαρρέει ,ότι έχει ήδη βρει πολυτελή βίλα στη Μυτιλήνη και μάλλον μέσα στην βδομάδα θα μετακομίσει με τα παιδιά της .
Δεν είναι ακόμα γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες αλλά ακούγεται ότι η απόφαση της αυτή ίσως να είναι και για έναν νέο έρωτα ,που κατοικεί μόνιμα στο Ελληνικό νησί .
Περισσότερα νέα σε λίγο ,αφού οι εξελίξεις στην κυριολεξία τρέχουν .

Οδησσος ,Одесса 

Μαρτίου 30, 2016 Σχολιάστε

Η Οδησσος ειναι πανέμορφη όλες τις εποχές του χρόνου .Ειναι μια πόλη που δεν χορταίνεις να περπατάς στους δρόμους της . 

    
    
    
     
    
    
  

 

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ -ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μαρτίου 18, 2016 5 σχόλια

Θά πενθώ πάντα — μ’ακούς; — γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά «πίστεψέ με» και τα «μή»
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό «τί» καί τό «έ»
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

ΝΑ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα– ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει- ακούς;
ποιος γυρευει τον αλλο,ποιος φωναζει-
ακους;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς

Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΜΙΣΗ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ
ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΝΑ ΣΕ ΚΛΑΙΩ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ…

Και στα Ιταλικα .

Sempre porterò il lutto – mi senti ? – per te
tutto solo, in Paradiso

Devierà altrove le linee
Del palmo, il Destino, come un manovratore
A un certo punto lo consentirà il Tempo

Se non così come, gli uomini si amano infatti

Metterà in scena il cielo le nostre viscere
E colpirà l’innocenza il mondo
Col rigore del nero della morte

ΙΙ.

Porto il lutto per il sole e porto il lutto per gli anni che arrivano
Senza di noi e canto gli altri quelli che sono passati
Se sono verità

I corpi complici e quel sommesso toccarsi delle barche
Le chitarre che baluginarono al di sotto dell’acqua
I «credimi» e i «non»
Un po’ nella musica e un po’ nel vento

Le due bestiole, le nostre mani
Che di nascosto cercavano di salire l’una sull’altra
Il vaso imperlato di rugiada nei portoni aperti dei cortili
E le schegge dei mari che ci giungevano ricomposte
Sopra, dai muretti a secco, dietro, dalle recinzioni
L’anemone che prese posto nella tua mano
E per tre volte vibrò il suo violetto per tre giorni sopra
le cascate

Se queste sono verità, io canto
La trave di legno e il tappeto quadrato
Sul muro con la Sirena dalle chiome scomposte
Il gatto che nel buio ci stette a guardare

Un ragazzo con l’incenso e la croce cremisi
Quando scende la sera sull’inaccessibilità degli scogli
Porto il lutto per la veste che sfiorai e venne a me il mondo

ΙΙΙ.

Così parlo di te e di me

Poiché ti amo e nell’amore so
Entrare come un Plenilunio
Da ogni dove, per il tuo piedino dentro le immense
lenzuola
A sfogliare gelsomini e ho il potere
Di soffiare su te dormiente e di sospingerti
Per luminosi passaggi e segreti portici marini
Alberi ipnotizzati dentro l’argento delle ragnatele

Hanno di te le onde udito
Come accarezzi come baci
Come sussurrando dici il «cosa» e l’ «eh»
Tutto intorno al collo al golfo
Noi sempre la luce e l’ombra

Tu sempre la stellina e io sempre il bruno scafo
Tu sempre il porto e fanale di dritta io
Il molo bagnato e il brillio sopra i remi

Lassù nella casa coi tralci della vite
Con le rose legate e l’acqua che si raffredda
Tu sempre la statua di pietra e io l’ombra che si allunga
Tu la persiana socchiusa e io il vento che la spalanca
Perché ti amo e ti amo
Tu sempre la moneta e io la venerazione che
Dice quanto vale:

Tanto per la notte, tanto per il grido nel vento
Tanto per la goccia nell’aria, tanto per il silenzio
Tutto intorno il dominio del mare
Una cupola il cielo con le stelle
Tanto per il tuo lentissimo respiro

Poiché ormai altro più non ho
Tra le quattro mura, il soffitto, il pavimento
Da gridare per te e mi colpisce la mia voce allora
Da profumare di te e si infuria la gente allora
Perché l’estraneo e l’inesplorato
Non lo sopporta l’uomo e non è tempo ancora, mi senti
Non è tempo ancora in questo mondo, amore mio

DI PARLARE DI TE E DI ME

ΙV.

Non è tempo ancora in questo mondo, mi senti
Non sono i mostri domati ancora, mi senti
Il mio sangue perduto e il coltello, mi senti
Acuminato
Come un ariete che corre nei cieli
E fa a pezzi i rami delle stelle, mi senti
Sono io, mi senti
Ti amo, mi senti
Ti tengo la mano, ti porto e ti faccio indossare
La bianca veste nuziale di Ofelia, mi senti
Dove mi lasci, dove vai, e chi, mi senti

Ti tiene per la mano sopra i cataclismi

Le gigantesche liane e le lave dei vulcani
Verrà il giorno, mi senti
Che ci seppelliranno e il lungo ordine d’anni che poi verrà
Ci ridurrà a fossili lucenti, mi senti
Che vi splenda sopra l’insensibilità, mi senti
Degli uomini
E che ci scagli in migliaia di frammenti
Nelle acque a uno a uno, mi senti
Conto i miei tristi ciottoli, mi senti
E il tempo è una grande chiesa, mi senti
Dove talora le icone dei Santi
Versano lacrime vere, mi senti
Le campane aprono lassù, mi senti
Un varco profondo perché io vi passi
Gli Angeli aspettano con ceri e salmi funebri
Ma in nessun luogo io vado, mi senti
O nessuno o tutti e due insieme, mi senti

Questo fiore della tempesta, mi senti
E dell’amore
Una volta per tutte l’abbiamo colto
E non è dato che rifiorisca in altro modo, mi senti
In altra terra, su altra stella, mi senti
Non c’è più quella zolla non c’è più quell’aria
Cui ci accostammo noi, mi senti

E nessun giardiniere ebbe mai la buona sorte

Da tanto inverno e da tante boree, mi senti
Di scrollare un fiore, solo noi, mi senti
In mezzo al mare
Da una sola volontà d’amore
Facemmo emergere un’isola tutta intera, mi senti
Con grotte promontori e dirupi fioriti
senti, senti
Chi parla alle acque, chi piange – senti ?
Chi cerca l’altro, chi grida –
senti ?
Sono io che grido e sono io che piango, mi senti
Ti amo, ti amo, mi senti

V.

Di te ho parlato nei tempi andati
Con balie sagge e ribelli veterani
Com’è che hai la tristezza della fiera
Il riflesso dell’acqua increspata sulla fronte
E perché mai accadrebbe che io ti venga accanto
Io che non voglio amore ma voglio il vento
Ma voglio il galoppo del mare spazzato che s’impenna

E di te nessuno aveva mai udito
Di te non il dittamo non il fungo
Sulle terre alte di Creta nulla
Di te solo che Dio accettò di guidarmi la mano

Più in qua più in là cautamente tutto intorno
Alla riviera del tuo volto, ai golfi, alle chiome
Che in cima al colle ondeggiano a sinistra

Al tuo corpo in posa di pino solitario
Occhi della fierezza e della trasparenza
Dei fondali, dentro la casa con la vecchia credenza
I merletti gialli e il legno di cipresso
Solo, ad aspettare dove prima saresti apparsa

Sopra nella soffitta o dietro sulle lastre del cortile
Col cavallo del Santo e l’uovo della Resurrezione

Come da un affresco sbriciolato
Grande quanto ti volle la tua piccola vita
Da accogliere nella candelina lo stentoreo bagliore dei vulcani
Che nessuno abbia visto e abbia udito
Nulla le case diroccate nei deserti
Né l’avo nella tomba sull’orlo del cortile
Di te, nemmeno la vecchia con tutte le sue erbe
Di te io solo, forse, e la musica che mi ricaccio dentro
Ma più potente essa mi ritorna
Di te il petto di dodicenne non formato
Ritorto al cratere rosso del futuro
Di te il profumo amaro come uno spillone
Che fruga dentro il corpo e perfora la memoria
Ed ecco il suolo, ecco i colombi ecco la nostra terra antica

VI.

Molte cose ho veduto e da dentro questa mente mia più bella la terra appare
Più bello tra i vapori dorati
Lo scoglio affilato, più bello
Degli istmi il bruno e i tetti dentro l’onda
Più belli i raggi che attraversi senza posare il piede
Invitta come la dea di Samotracia sui monti sorgenti
dal mare

Così ti guardai che mi basta
Perché il tempo tutto sia scagionato
Perché dentro la scia che il tuo passaggio lascia
L’anima mia ti segua, delfino principiante

A giocare col bianco e il blu !

Nike, vittoria dove sono stato vinto
Prima dell’amore e poi insieme
Alla passiflora e al filo di seta*
Va’ va’ e non importa se mi sarò perso

Solo, e che importa se il sole cui dai la mano
sia un bambino appena nato
Solo ! e sia pur io la patria in lutto
E una foglia di lauro sappia darti la parola che inviai
Solo ! il vento impetuoso e solo , la sfera perfetta
Del ciottolo nel batter di ciglia del fondo tenebroso
Il pescatore che trasse fuori e nel tempo indietro ributtò il Paradiso!

VII.
Sul Paradiso ho segnato un’isola
Identica a te e una casa presso il mare

Con un letto grande e una porta piccola
Ho mandato un’eco giù nel profondo
Per guardarmi ogni mattina al mio risveglio

E VEDERTI PER META’ TRAVERSARE L’ACQUA
E PER META’ PIANGERTI DENTRO IL PARADISO…

Το ποιημα και στα Ελληνικα και στα Ιταλικα το αντεγραψα απο εδω .

και στα Ρωσικα

превод: Марин Жечев и Михаил Берберов

Във този свят е рано още, чуваш ли ме
Не са опитомени зверовете, чуваш ли ме
Пролятата ми кръв и тоя остър, чуваш ли ме
Нож
Като овен затичал в небосвода
И на звездите клоните прерязващ, чуваш ли ме
Това съм аз, чуваш ли ме
Придържам те отвеждам те и ти намятам
на Офелия бялото було, чуваш ли ме
Къде ме оставяш
И за къде си тръгнала
И кой, чуваш ли

Ръката ти държи
Над потопите
Огромните лиани
И лавата на вулканите
За да ни погребат, чуваш ли ме
Ще дойде ден и хиляди години след това, чуваш ли ме
Ще ни превърнат в светли скали, чуваш ли ме
За да блести над тях, чуваш ли ме
Човешката безчувственост
И да ни хвърлят във водите, чуваш ли ме
Едно по едно на хиляди парчета, чуваш ли ме
Броя аз своите камъчета тъжни, чуваш ли ме
Една огромна църква е времето, чуваш ли ме
Където някога светците, чуваш ли ме
Самите им изображения
Проронват сълзи истински, чуваш ли ме
Камбаните разтварят нависоко, чуваш ли ме
Един дълбок проход за да премина
Със свещи и с надгробни песни ангелите чакат
Но аз за никъде не тръгвам, чуваш ли ме
Или със тебе заедно, или пък никой, чуваш ли ме

Това цвете на бурята, чуваш ли ме
И цветето на любовта
Ние отрязахме завинаги, чуваш ли ме
И то не може пак различно да разцъфне, чуваш ли ме
Върху друга земя и друга звезда, чуваш ли ме
Не съществува въздухът
Който сме докосвали, чуваш ли ме

И никой градинар не е успял във други времена

А само ние
От толкова северен вятър
И от толкова зими, чуваш ли ме
Цвете да отгледа, чуваш ли ме
В средата на морето
И само от желанията, чуваш ли ме
На любовта
Издигнахме цял остров, чуваш ли ме
Със пещери
И носове
И с разцъфтели бездни
Чуй, чуй
Кой сред водите говори
Кой плаче – чуваш ли?
Кой другия търси
Кой вика – чуваш ли?
Аз съм този
Който вика
Аз съм този
Който плаче, чуваш ли ме
Обичам те
Обичам те, чуваш ли ме

Ο Χρήστος απο μια γειτονιά του κόσμου .

Μαρτίου 15, 2016 Σχολιάστε

Η ιστορια ειναι αληθινή .

Καπου διπλα μας ,κοντά μας ή και στην αλλη πλευρα του πλανήτη μας .

Τον φιλο μας τον λενε Χρηστο ,κάλλιστα ομως θα μπορούσαμε να του δώσουμε και άλλο ονομα .Ιβαν ,Πιετρ,Ίλια ,Μισελ ,Αντονιο .

Σημερα ειναι 37 χρονων ,αλλα αυτο δεν παιζει και μεγαλο ρόλο .Θα μπορούσε να ειναι και 50 ,αλλα και 27 .Τελειωσε το οικονομικό πανεπιστημιο .Μετα τον στρατό και καποιες πρόχειρες δουλειες ,βρέθηκε σε μια μεγαλη εταιρεια που ειχε σαν αντικείμενο τους οικονομικούς δείκτες μεγάλων εταιρειών καθώς και σύμβουλοι πολλών επιχειρηςεων .Ηταν ενθουσιασμένος .Ολα πήγαιναν μια χαρα .Αρχισε να ονειρεύεται ,έβλεπε την ζωη του να αλλάζει ,να βελτιώνεται .

Παντρεύτηκε ;

Δεν πέρασαν πολλα χρονια ,οταν άκουγε παντού για κριση .Τα χαμόγελα διπλα του εξαφανίζονταν με τον καιρο .Η κριση μεγάλωνε .Αρχισαν οι πρώτες απολύσεις στη δουλεια του .Δεν ηταν μεσα .Ακολουθησαν δεύτερες ,τρίτες .Αρχισαν οι μειώσεις μισθών ,η πρωτη ,η δεύτερη ,η Τρίτη .Η εταιρεια έκλεισε .Εψαξε αμεσως για δουλεια .Εστειλε παντού το βιογραφικό του .Δεν ειχε ομως καμια απόκριση .Τον καλέσανε απο μια εταιρεια καλλυντικών για το eshop της .Του πρότειναν να δουλεύει 9-21.00 τρεις μερες την βδομαδα .Του φάνηκε υπερβολικά μικρός ο μισθός και απέρριψε την πρόταση τους .Μετα απο καποιες βδομάδες έπιασε δουλεια σε ενα super market .Ειχανε συμφωνήσει για 10 ώρες εργασία ,5 μερες την βδομαδα .Ξεκινησε να δουλεύει εκει ψάχνοντας παράλληλα και για κατι αλλο καλύτερο .Ελα ομως που οι 10 ώρες γίνανε 12 και οι 5 μερες αυξηθηκανε σε επτά .Εφυγε μη αντέχοντας αλλο .Πολλοι ομως ηταν αυτοι που συνέχιζαν να δουλεύουν με τις ίδιες περιπου συνθήκες .Στη συνεχεια ειχε αρκετές συνεντεύξεις και προτάσεις για δουλεια .Η μια ομως χειρότερη απο την αλλη .Ειχαν περασει αρκετοί μηνες απο τοτε που έκλεισε η καλη του δουλεια .Τα πράγματα ειχαν ζορίσει πολυ στη ζωη του .Χθες μου τηλεφώνησε καθώς πηγαινε στη νεα του δουλεια .Χαρηκα πολυ οταν τον ακουσα να μου το λεει .Αυτος οχι .Δεχτηκε την δουλεια στο eshop με τα καλλυντικά που του ειχαν προτείνει .Εσκυψε το κεφάλι και διάβηκε το κατώφλι της νέας του δουλειάς .Δεν τον ακουσα να μου λεει οτι παράλληλα θα ψάχνει για κατι καλύτερο .Η ιστορια που σας διηγήθηκα δεν διαδραματίστηκε στην Ελλαδα .Ισως στην Ιταλία ,στην Ισπανία ,στη Βουλγαρία ,την Ουκρανια .Ισως ακομα και στο Μεξικό ,την Αργεντινή .

Ισως να ειναι ενας εντελώς άγνωστος μας ,μπορει ομως και να ειναι ο αδελφός μας ή ακομα και ο ίδιος μας ο εαυτός

Τιρασπολ -Тирасполь

Μαρτίου 14, 2016 Σχολιάστε

imageΔεν ειναι σε πολλούς γνωστό οτι η πόλη απο το 1990 ειναι η πρωτεύουσα ενός μη αναγνωρισμένου κράτους ,πλην την Ρωσιας ,της Μολδαβικης δημοκρατίας της Υπερδνειστεριας (ПМР,ПРИДНЕСТРОВСКАЯ МОДДАВСКАЯ РЕСПУБЛИКА).Την ανεξαρτησία τους την απέκτησαν μετα απο πόλεμο με την Μολδαβια .Η πόλη εχει 160.000 περιπου κατοίκους και η χωρα περιπου 550.000.Η πόλη ιδρύθηκε το 1792 απο τον Σουβοροφ .Εχουν δικό τους νόμισμα και οι συναλλαγές γίνονται μόνο σε αυτο .Υπαρχουν δεκάδες ανταλλακτήρια όπου μπορείς να αλλάξεις τα χρήματα σου .Συναλλαγες με πιστωτικές κάρτες δεν πραγματοποιούνται .Τα νέα τους μικρά νομίσματα ειναι πλαστικά .Η πόλη ειναι πολυ ήσυχη ,χωρίς να εχει μια μεγαλη ανάπτυξη ,τα παντα όμως ειναι καθαρά και οργανωμένα .Εχουν πανεπιστήμιο με πολλές σχολές .Ενας δυτικόευρώπαιος πολίτης θα αισθανθεί οτι ο χρόνος γυρίζει πισω .Καποιοι άλλοι όμως ίσως δούνε ένα διαφορετικό μη αγχώδη τροπο ζωής ,έχοντας κάποια στοιχεία απο τις παροχές της Σοβιετικής εποχής .Η πόλη ,το κράτος εχει μια ενδιαφέρουσα οπτική ,τόσο για το σήμερα αλλα και για το πως θα εξελιχθεί στο μέλλον .Εχουν παραγωγή σε κρασιά και μήλα με βασικό αγοραστή την Ρωσια .Οι τιμές για το Γκαζι των κατοικιών ειναι πολυ μικρότερες απο οτι στη γειτονική Μολδαβια ,λόγω της Ρωσικής βοήθειας .Το να μπεις στη χωρα ιδίως απο την πλευρά της Ουκρανίας ,δεν ειναι και τόσο εύκολη αφου θα χρειαστεί να περάσεις απο συνέντευξη με αξιωματικούς των συνόρων .Ενω ειναι μια φτωχή χωρα οι δομές τους και η οργάνωση ειναι σε ανεκτό επίπεδο .

  
  
  
  
  
  
  

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 43 ακόμα followers