М. Ю. Лермонтов-ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΡΜΟΝΤΟΦ .

Ο Μιχαήλ Λέρμοντοφ, ο »ποιητής του Καυκάσου», θεωρείται ο σπουδαιότερος, μετά τον Πούσκιν, ποιητής της »Χρυσής Εποχής της Ποίησης» του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1814.  Υπήρξε μαθητής σε σχολείο ευγενών, και εισήχθη στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, το οποίο εγκατέλειψε για να γραφτεί στη Σχολή Αξιωματικών της Αγίας Πετρούπολης. Σε ηλικία 15 ετών άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Φιλελεύθερη φύση και πολέμιος της απολυταρχίας, προκάλεσε την αντίδραση του παλατιού με το ποίημά του «Ο θάνατος του ποιητή» για τον θάνατο του Πούσκιν, και εξορίστηκε στον Καύκασο. Η εποχή της εξορίας του ήταν και η πιο γόνιμη της ποιητικής του δημιουργίας. Μερικά από τα έργα του είναι: ΜασκαράντΜποροντίνοΜτσίροΣάσκαΒαλέρικΈνας ήρωας του καιρού μας κ.α.

Σκοτώθηκε σε μονομαχία το 1841 στην κωμόπολη Πιατιγκόρσκ, σε ηλικία 27 ετών, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη ρωσική λογοτεχνία.

Τρία ποιήματα
(μετάφραση απ’ τα ρωσικά: Γιώργος Ρήγας)

Ασπρίζει ένα καραβόπανο μονάχο

Ασπρίζει ένα καραβόπανο μονάχο
στην ομίχλη της θάλασσας τη γαλανή. 
Tι ψάχνει άραγε στον ξένο τόπο;
Tι άφησε στην πατρίδα του τη μακρινή;

Παίζουν τα κύματα, σφυρίζει ο αγέρας,                                                                     
ενώ το κατάρτι λυγάει και τρίζει…
Δεν ψάχνει, δυστυχώς, την ευτυχία,
κι ούτε από ευτυχία το κύμα σκίζει!

Κάτω του μια γραμμή φρέσκο γαλάζιο,                                                                     
του ήλιου, πάνω του, η χρυσή αχτίδα…                                                                    
Όμως αυτό, σαν τον αντάρτη,
στις θύελλες ψάχνει για νά βρει ελπίδα! 
(1832)

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ
Εμείς χωρίσαμε, μα το πορτρέτο σου
εγώ πάνω στο στήθος μου φυλώ.
Πόση χαρά δίνει στ’ αλήθεια στην ψυχή μου
σαν φάντασμα, των πιο ωραίων χρόνων μας, χλωμό.

Μα να πάψω να το αγαπώ, παραδομένος
στα καινούργια πάθη, εγώ δε μπόρεσα.
Έτσι όπως ένας ναός παρατημένος μένει πάντοτε ναός,
κι ένα είδωλο γκρεμισμένο μένει πάντοτε θεός!
(1837)

ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Στη δύσκολη ώρα της ζωής
που η θλίψη σφίγγει την ψυχή, 
τους στίχους κάποιας προσευχής 
λέω με μιαν αναπνοή.

Υπάρχει μια θεόσταλτη 
στις λέξεις ευλογία,
που πνέουν μια αδιόρατη, 
μια ιερή μαγεία.

Το βάρος από την ψυχή
η προσευχή διώχνει μακριά, 
πίστη βαθιά και θαλπωρή 
φυτεύει μέσα στην καρδιά.

(1839)

ПАРУС (ΑΣΠΡΙΖΕΙ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΟΠΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ)

Белеет парус одинокой
В тумане моря голубом!..
Что ищет он в стране далекой?
Что кинул он в краю родном?…

Играют волны — ветер свищет,
И мачта гнется и скрыпит…
Увы! Он счастия не ищет
И не от счастия бежит!

Под ним струя светлей лазури,
Над ним луч солнца золотой…
А он, мятежный, просит бури,
Как будто в бурях есть покой!

ПОРТРЕ́Т (ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ)

Расстались мы, но твой портрет
Я на груди своей храню:
Как бледный призрак лучших лет,
Он душу радует мою.

И, новым преданный страстям,
Я разлюбить его не мог:
Так храм оставленный — всё храм,
Кумир поверженный — всё бог!

МОЛИТВА (ΠΡΟΣΕΥΧΗ)

В минуту жизни трудную
Теснится ль в сердце грусть,
Одну молитву чудную
Твержу я наизусть.

Есть сила благодатная
В созвучьи слов живых,
И дышит непонятная,
Святая прелесть в них.

С души как бремя скатится,
Сомненье далеко —
И верится, и плачется,
И так легко, легко.

© Poeticanet 


http

Το κείμενο το αντέγραψα από εδώ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s