Αρχική > Uncategorized > Γιάννης Ρίτσος .

Γιάννης Ρίτσος .

Νοεμβρίου 12, 2015 Σχολιάστε Go to comments

γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά .
Χάνει νωρίς τη μάνα και τον αδερφό του από φυματίωση, ενώ και ο ίδιος ταλαιπωρείται από την, ανίατη τότε, ασθένεια για πολλά χρόνια. Με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα» κάνει την εμφάνισή του το 1924 στο περιοδικό «Η διάπλασις των παίδων» και η πρώτη του ποιητική συλλογή «Τρακτέρ» κυκλοφορεί το 1934. Γίνεται μέλος του ΚΚΕ στα 21 του.
Ο Γιάννης Ρίτσος από την πρώτη του εμφάνιση στα νεοελληνικά γράμματα ταυτίστηκε με το κομμουνιστικό κίνημα, στρατεύτηκε στο πλευρό του Κόμματος, έζησε όλους τους αγώνες και τους διωγμούς του. Η πένα του λύτρωσε και εμψύχωσε.

Η απεργία των καπνεργατών το 1936 στην Θεσσαλονίκη, η δολοφονία νεαρού διαδηλωτή και ο σπαραγμός της μάνας του πάνω από το πτώμα του την ώρα της διαδήλωσης γίνεται η αφορμή για να γράψει ο ποιητής τον «Επιτάφιο». Ο Ρίτσος συγκλονίστηκε από τη φωτογραφία που είδε τις επόμενες μέρες στον Ριζοσπάστη.

Η πρώτη μορφή του ποιήματος δημοσιεύεται στον Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου του 1936 με τον τίτλο «Μοιρολόι» ενώ η τελική έκδοση του «Επιτάφιου» περιλαμβάνει 20 ποιήματα.
Σε όλο το έργο του ο Γιάννης Ρίτσος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει γλώσσα και σύμβολα οικεία για μεγάλη μερίδα του λαού, πότε χρησιμοποιώντας στοιχεία από τη λαϊκή μας παράδοση, άλλοτε χρησιμοποιώντας χριστιανικά πρόσωπα και συμβολισμούς.
Στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης ο Γιάννης Ρίτσος συμμετέχει στο Μορφωτικό Τμήμα του ΕΑΜ. Τους διωγμούς και τις εξορίες των κομμουνιστών και άλλων δημοκρατών την περίοδο 1946-1955 ακολούθησε και ο ίδιος και αυτή η περίοδος της ζωής του έδωσε μια σημαντική πρώτη ύλη στην επαναστατική δημιουργία του.

Το 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Κοντοπούλι της Λήμνου όπου συγγράφει το «Καπνισμένο Τσουκάλι» και συγχρόνως τα «Ημερολόγια Εξορίας». Ακολουθεί η μεταφορά και η κράτησή του στη Μακρόνησο (1949-1950) όπου γράφει τα «Μακρονησιώτικα» τον Ιούλιο του 1950. Απολύεται ως φυματικός από τη Μακρόνησο αλλά συλλαμβάνεται και πάλι ύστερα από ένα μήνα και οδηγείται στον Άι Στράτη ως τον Αύγουστο του 1952. Στον Αϊ Στράτη γράφει τον “Άνθρωπο με το γαρύφαλλο” για τον Νίκο Μπελογιάννη.

Μετά την απόλυσή του από την εξορία επιστρέφει στην Αθήνα και προσχωρεί στην ΕΔΑ. Από τον Αύγουστο του 1952 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1953 γράφει την «Ανυπότακτη Πολιτεία» όπου δεν λείπουν οι παροτρύνσεις για νέους αγώνες.

Ο «Αποχαιρετισμός» γράφτηκε το 1957 και ήταν αφιερωμένος στον ήρωα του κυπριακού αγώνα Γρηγόρη Αυξεντίου, υπαρχηγό της ΕΟΚΑ ο οποίος δολοφονήθηκε στις 4 Μαρτίου από Βρετανικές δυνάμεις.

Ο «Μαύρος Άγιος» είναι το μνημόσυνο του Κογκολέζου αγωνιστή Πατρίς Λουμούμπα, πρωθυπουργού και ηγέτη του αριστερού απελευθερωτικού κινήματος της χώρας του, ο οποίος δολοφονήθηκε δύο μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας.
Την Ρωμιοσύνη μην την κλαις
Με την επιβολή της δικτατορίας ο ποιητής οδηγείται πάλι στις εξορίες. Γυάρος, Λέρος και στη συνέχεια σε κατ’οικόν περιορισμό στο Καρλόβασι της Σάμου ως το τέλος της δεκαετίας του ‘70. Στο διάστημα 1968-1969 γράφεται η τριπλή συλλογή «Πέτρες- Επαναλήψεις- Κιγκλίδωμα». Στις 16 Σεπτέμβρη του 1968 στο Παρθένι της Λέρου γράφει σε ανομοιοκατάληκτα δίστιχα τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής Πατρίδας». Εκεί ο ποιητής ανασύρει από τον Επιτάφιο το δημοτικό ύφος για να μιλήσει στην ψυχή του Λαού, γιατί «το τραγούδι δε σ’ αφήνει μήτε να κοιμηθείς, μήτε και να πεθάνεις».

Η αναγνώριση του έργου του Γιάννη Ρίτσου ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας και το 1977 του απονέμεται το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.
Πεθανε το 1990.

Ρωμιοσύνη

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ’ την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γενεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

  1. panagiotis tsoukalohoritis
    Ιουνίου 23, 2013 στο 3:10 πμ

    ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΕΞΟΡΙΣΤΕΙ Ο ΡΙΤΣΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΙ !!!!

  2. le pouras
    Ιουνίου 23, 2013 στο 2:53 μμ

    Παναγιώτη, είχα παλιά μία γκόμενα από το χωριό σου. Είχαμε έρθει και μία φορά και φάγαμε στην ταβέρνα του στραβόΓιαννου, με πολύ ωραίο χύμα κρασί. Ah, those were the days!

    panagiotis tsoukalohoritis :
    ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΕΞΟΡΙΣΤΕΙ Ο ΡΙΤΣΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΙ !!!!

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s