Αρχική > Uncategorized > ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ -ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ -ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Θά πενθώ πάντα — μ’ακούς; — γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά “πίστεψέ με” και τα “μή”
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό “τί” καί τό “έ”
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

ΝΑ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα– ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει- ακούς;
ποιος γυρευει τον αλλο,ποιος φωναζει-
ακους;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς

Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΜΙΣΗ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ
ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΝΑ ΣΕ ΚΛΑΙΩ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ…

Και στα Ιταλικα .

Sempre porterò il lutto – mi senti ? – per te
tutto solo, in Paradiso

Devierà altrove le linee
Del palmo, il Destino, come un manovratore
A un certo punto lo consentirà il Tempo

Se non così come, gli uomini si amano infatti

Metterà in scena il cielo le nostre viscere
E colpirà l’innocenza il mondo
Col rigore del nero della morte

ΙΙ.

Porto il lutto per il sole e porto il lutto per gli anni che arrivano
Senza di noi e canto gli altri quelli che sono passati
Se sono verità

I corpi complici e quel sommesso toccarsi delle barche
Le chitarre che baluginarono al di sotto dell’acqua
I “credimi” e i “non”
Un po’ nella musica e un po’ nel vento

Le due bestiole, le nostre mani
Che di nascosto cercavano di salire l’una sull’altra
Il vaso imperlato di rugiada nei portoni aperti dei cortili
E le schegge dei mari che ci giungevano ricomposte
Sopra, dai muretti a secco, dietro, dalle recinzioni
L’anemone che prese posto nella tua mano
E per tre volte vibrò il suo violetto per tre giorni sopra
le cascate

Se queste sono verità, io canto
La trave di legno e il tappeto quadrato
Sul muro con la Sirena dalle chiome scomposte
Il gatto che nel buio ci stette a guardare

Un ragazzo con l’incenso e la croce cremisi
Quando scende la sera sull’inaccessibilità degli scogli
Porto il lutto per la veste che sfiorai e venne a me il mondo

ΙΙΙ.

Così parlo di te e di me

Poiché ti amo e nell’amore so
Entrare come un Plenilunio
Da ogni dove, per il tuo piedino dentro le immense
lenzuola
A sfogliare gelsomini e ho il potere
Di soffiare su te dormiente e di sospingerti
Per luminosi passaggi e segreti portici marini
Alberi ipnotizzati dentro l’argento delle ragnatele

Hanno di te le onde udito
Come accarezzi come baci
Come sussurrando dici il “cosa” e l’ “eh”
Tutto intorno al collo al golfo
Noi sempre la luce e l’ombra

Tu sempre la stellina e io sempre il bruno scafo
Tu sempre il porto e fanale di dritta io
Il molo bagnato e il brillio sopra i remi

Lassù nella casa coi tralci della vite
Con le rose legate e l’acqua che si raffredda
Tu sempre la statua di pietra e io l’ombra che si allunga
Tu la persiana socchiusa e io il vento che la spalanca
Perché ti amo e ti amo
Tu sempre la moneta e io la venerazione che
Dice quanto vale:

Tanto per la notte, tanto per il grido nel vento
Tanto per la goccia nell’aria, tanto per il silenzio
Tutto intorno il dominio del mare
Una cupola il cielo con le stelle
Tanto per il tuo lentissimo respiro

Poiché ormai altro più non ho
Tra le quattro mura, il soffitto, il pavimento
Da gridare per te e mi colpisce la mia voce allora
Da profumare di te e si infuria la gente allora
Perché l’estraneo e l’inesplorato
Non lo sopporta l’uomo e non è tempo ancora, mi senti
Non è tempo ancora in questo mondo, amore mio

DI PARLARE DI TE E DI ME

ΙV.

Non è tempo ancora in questo mondo, mi senti
Non sono i mostri domati ancora, mi senti
Il mio sangue perduto e il coltello, mi senti
Acuminato
Come un ariete che corre nei cieli
E fa a pezzi i rami delle stelle, mi senti
Sono io, mi senti
Ti amo, mi senti
Ti tengo la mano, ti porto e ti faccio indossare
La bianca veste nuziale di Ofelia, mi senti
Dove mi lasci, dove vai, e chi, mi senti

Ti tiene per la mano sopra i cataclismi

Le gigantesche liane e le lave dei vulcani
Verrà il giorno, mi senti
Che ci seppelliranno e il lungo ordine d’anni che poi verrà
Ci ridurrà a fossili lucenti, mi senti
Che vi splenda sopra l’insensibilità, mi senti
Degli uomini
E che ci scagli in migliaia di frammenti
Nelle acque a uno a uno, mi senti
Conto i miei tristi ciottoli, mi senti
E il tempo è una grande chiesa, mi senti
Dove talora le icone dei Santi
Versano lacrime vere, mi senti
Le campane aprono lassù, mi senti
Un varco profondo perché io vi passi
Gli Angeli aspettano con ceri e salmi funebri
Ma in nessun luogo io vado, mi senti
O nessuno o tutti e due insieme, mi senti

Questo fiore della tempesta, mi senti
E dell’amore
Una volta per tutte l’abbiamo colto
E non è dato che rifiorisca in altro modo, mi senti
In altra terra, su altra stella, mi senti
Non c’è più quella zolla non c’è più quell’aria
Cui ci accostammo noi, mi senti

E nessun giardiniere ebbe mai la buona sorte

Da tanto inverno e da tante boree, mi senti
Di scrollare un fiore, solo noi, mi senti
In mezzo al mare
Da una sola volontà d’amore
Facemmo emergere un’isola tutta intera, mi senti
Con grotte promontori e dirupi fioriti
senti, senti
Chi parla alle acque, chi piange – senti ?
Chi cerca l’altro, chi grida -
senti ?
Sono io che grido e sono io che piango, mi senti
Ti amo, ti amo, mi senti

V.

Di te ho parlato nei tempi andati
Con balie sagge e ribelli veterani
Com’è che hai la tristezza della fiera
Il riflesso dell’acqua increspata sulla fronte
E perché mai accadrebbe che io ti venga accanto
Io che non voglio amore ma voglio il vento
Ma voglio il galoppo del mare spazzato che s’impenna

E di te nessuno aveva mai udito
Di te non il dittamo non il fungo
Sulle terre alte di Creta nulla
Di te solo che Dio accettò di guidarmi la mano

Più in qua più in là cautamente tutto intorno
Alla riviera del tuo volto, ai golfi, alle chiome
Che in cima al colle ondeggiano a sinistra

Al tuo corpo in posa di pino solitario
Occhi della fierezza e della trasparenza
Dei fondali, dentro la casa con la vecchia credenza
I merletti gialli e il legno di cipresso
Solo, ad aspettare dove prima saresti apparsa

Sopra nella soffitta o dietro sulle lastre del cortile
Col cavallo del Santo e l’uovo della Resurrezione

Come da un affresco sbriciolato
Grande quanto ti volle la tua piccola vita
Da accogliere nella candelina lo stentoreo bagliore dei vulcani
Che nessuno abbia visto e abbia udito
Nulla le case diroccate nei deserti
Né l’avo nella tomba sull’orlo del cortile
Di te, nemmeno la vecchia con tutte le sue erbe
Di te io solo, forse, e la musica che mi ricaccio dentro
Ma più potente essa mi ritorna
Di te il petto di dodicenne non formato
Ritorto al cratere rosso del futuro
Di te il profumo amaro come uno spillone
Che fruga dentro il corpo e perfora la memoria
Ed ecco il suolo, ecco i colombi ecco la nostra terra antica

VI.

Molte cose ho veduto e da dentro questa mente mia più bella la terra appare
Più bello tra i vapori dorati
Lo scoglio affilato, più bello
Degli istmi il bruno e i tetti dentro l’onda
Più belli i raggi che attraversi senza posare il piede
Invitta come la dea di Samotracia sui monti sorgenti
dal mare

Così ti guardai che mi basta
Perché il tempo tutto sia scagionato
Perché dentro la scia che il tuo passaggio lascia
L’anima mia ti segua, delfino principiante

A giocare col bianco e il blu !

Nike, vittoria dove sono stato vinto
Prima dell’amore e poi insieme
Alla passiflora e al filo di seta*
Va’ va’ e non importa se mi sarò perso

Solo, e che importa se il sole cui dai la mano
sia un bambino appena nato
Solo ! e sia pur io la patria in lutto
E una foglia di lauro sappia darti la parola che inviai
Solo ! il vento impetuoso e solo , la sfera perfetta
Del ciottolo nel batter di ciglia del fondo tenebroso
Il pescatore che trasse fuori e nel tempo indietro ributtò il Paradiso!

VII.
Sul Paradiso ho segnato un’isola
Identica a te e una casa presso il mare

Con un letto grande e una porta piccola
Ho mandato un’eco giù nel profondo
Per guardarmi ogni mattina al mio risveglio

E VEDERTI PER META’ TRAVERSARE L’ACQUA
E PER META’ PIANGERTI DENTRO IL PARADISO…

Το ποιημα και στα Ελληνικα και στα Ιταλικα το αντεγραψα απο εδω .


About these ads
  1. vad
    Ιανουαρίου 18, 2009 στις 9:59 πμ | #1

    Mεγάλε κι ατέλειωτε zouri,γι αυτό σε πάω,γιατί εισαι σ’όλα μέσα,από Πανιώνιο μέχρι Ελύτη!Σπουδαίος ο ποιητής,το Μονόγραμμα απ’τα καλύτερά του!

  2. Ιανουαρίου 18, 2009 στις 12:03 μμ | #2

    thanks

  3. kalaznikof
    Ιανουαρίου 18, 2009 στις 1:04 μμ | #3

    Πολυ καλο, πολυ καλο. θα συμφωνησω με vad και δεν νομιζω ο,τι μπορω να συμπληρωσω κατι. Απλα μπραβο ζουρι για την δημοσιευση αυτη.

  4. N.Ago
    Ιανουαρίου 18, 2009 στις 3:13 μμ | #4

    Είναι το ποίημα που έκανα δώρο σε μια φίλη μου που ήθελε να μάθει πως μπορεί κανείς να αγαπήσει με ποιήματα!

  5. Ιανουαρίου 18, 2009 στις 3:22 μμ | #5

    εισαι φοβερος

  1. No trackbacks yet.

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 30 other followers